ασημώνω
•
- καλύπτω κάτι με λεπτή στρώση ασημιού ή το στολίζω με ελάσματα ή καλλιτεχνήματα από ασήμι Βικιλεξικό
- δίνω σε κάτι τη λάμψη ή το χρώμα του ασημιού Βικιλεξικό
- χαρίζω, κυρίως σε νύφη ή νεογέννητο μωρό, ασημένιο (ή και χρυσό) νόμισμα για καλή τύχη Βικιλεξικό
- λαϊκότροποδίνω χρήματα για να προβλέψει κάποιος τι πρόκειται να συμβεί στο μέλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασημώνω < ασήμι + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ασημώνω | ασημώνεις | ασημώνει | ασημώνουμε | ασημώνετε | ασημώνουν / ασημώνουνε |
| Παρατατικός | ασήμωνα | ασήμωνες | ασήμωνε | ασημώναμε | ασημώνατε | ασήμωναν / ασημώναν / ασημώνανε |
| Αόριστος | ασήμωσα | ασήμωσες | ασήμωσε | ασημώσαμε | ασημώσατε | ασήμωσαν / ασημώσαν / ασημώσανε |
| Μέλλοντας | θα ασημώνω / θα ασημώσω | θα ασημώνεις / θα ασημώσεις | θα ασημώνει / θα ασημώσει | θα ασημώνουμε / θα ασημώσουμε | θα ασημώνετε / θα ασημώσετε | θα ασημώνουν / θα ασημώνουνε / θα ασημώσουν / θα ασημώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ασημώσει | έχεις ασημώσει | έχει ασημώσει | έχουμε ασημώσει | έχετε ασημώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ασημώσει | είχες ασημώσει | είχε ασημώσει | είχαμε ασημώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ασημώσει / να ασημώνω / να ασημώσω | να έχεις ασημώσει / να ασημώνεις / να ασημώσεις | να έχει ασημώσει / να ασημώνει / να ασημώσει | να έχουμε ασημώσει / να ασημώνουμε / να ασημώσουμε | να έχετε ασημώσει / να ασημώνετε / να ασημώσετε | να ασημώνουν / να ασημώνουνε / να ασημώσουν / να ασημώσουνε |
| Προστακτική | — | ασήμωνε / ασήμωσε | — | — | ασημώνετε / ασημώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →