ασηψία
•
- η ιδιότητα τού άσηπτου Βικιλεξικό
- θεραπευτική μέθοδος με την οποία προλαβαίνεται ή αποτρέπεται η μόλυνση πληγής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασηψία < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασηψία | ασηψίες |
| Γενική | ασηψίας | ασηψιών |
| Αιτιατική | ασηψία | ασηψίες |
| Κλητική | ασηψία | ασηψίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →