ασθενοφόρο
•
- μέσο μεταφορώντο όχημα για μεταφορά ασθενών στο νοσοκομείο Βικιλεξικό
- Άρχισε να χτυπάει το κλάξον πιεστικά, όπως στ' ασθενοφόρα. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
Ετυμολογία
ασθενοφόρο < (μαρτυρείται από το 1833) ασθεν(ής) + -ο- + -φόρο (< φέρω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασθενοφόρο | ασθενοφόρα |
| Γενική | ασθενοφόρου | ασθενοφόρων |
| Αιτιατική | ασθενοφόρο | ασθενοφόρα |
| Κλητική | ασθενοφόρο | ασθενοφόρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →