ασθματικός
•
- ο σχετικός με το άσθμα Βικιλεξικό
- ο άρρωστος από άσθμα Βικιλεξικό
- είμαι ασθματικός και μερικές φορές δεν μπορώ να αναπνεύσω καλά
- μεταφορικά: σε γοργό, αγχώδη ρυθμό Βικιλεξικό
- Η γραφή του Ζ. Εσενόζ , σφύζουσα , μοντέρνα , συχνά καινοτόμος , ασθματική , παραστατική , εντονότατα σαρκαστική και αιχμηρή , αποτελεί την ξεχωριστή αρετή αυτού του μυθιστορήματος (περιοδικό Διαβάζω, Ιούλιος-Αύγουστος 2003, σελ. 62)
- Η ασθματική απόλαυση της ερωτικής νιότης προ της επελάσεως του γήρατος ή του θανάτου αποτελεί κοινότατο τόπο στην κλασική ερωτογραφία, συχνά με τις ευλογίες μιας εξαπλουστευμένης επικούρειας φιλοσοφίας (Οβίδιος, Η τέχνη και τα αντίδοτα του Έρωτα, μετάφραση Θοδωρής Παπαγγελής, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)
Ετυμολογία
ασθματικός < άσθματ(ος) + -ικός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασθματικός | ασθματική | ασθματικό |
| Γενική | ασθματικού | ασθματικής | ασθματικού |
| Αιτιατική | ασθματικό | ασθματική | ασθματικό |
| Κλητική | ασθματικέ | ασθματική | ασθματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασθματικοί | ασθματικές | ασθματικά |
| Γενική | ασθματικών | ασθματικών | ασθματικών |
| Αιτιατική | ασθματικούς | ασθματικές | ασθματικά |
| Κλητική | ασθματικοί | ασθματικές | ασθματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →