ασιανίζω
•
- ακολουθώ ή μιμούμαι των ασιατικό τρόπο ζωής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασιανίζω < μεσαιωνική ελληνική ἀσιανίζω. Μορφολογικά αναλύεται σε Ασιαν(ός) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ασιανίζω | ασιανίζεις | ασιανίζει | ασιανίζουμε | ασιανίζετε | ασιανίζουν / ασιανίζουνε |
| Παρατατικός | ασιάνιζα | ασιάνιζες | ασιάνιζε | ασιανίζαμε | ασιανίζατε | ασιάνιζαν / ασιανίζαν / ασιανίζανε |
| Αόριστος | ασιάνισα | ασιάνισες | ασιάνισε | ασιανίσαμε | ασιανίσατε | ασιάνισαν / ασιανίσαν / ασιανίσανε |
| Μέλλοντας | θα ασιανίζω / θα ασιανίσω | θα ασιανίζεις / θα ασιανίσεις | θα ασιανίζει / θα ασιανίσει | θα ασιανίζουμε / θα ασιανίσουμε | θα ασιανίζετε / θα ασιανίσετε | θα ασιανίζουν / θα ασιανίζουνε / θα ασιανίσουν / θα ασιανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ασιανίσει | έχεις ασιανίσει | έχει ασιανίσει | έχουμε ασιανίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ασιανίσει | είχες ασιανίσει | είχε ασιανίσει | είχαμε ασιανίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ασιανίσει / να ασιανίζω / να ασιανίσω | να έχεις ασιανίσει / να ασιανίζεις / να ασιανίσεις | να έχει ασιανίσει / να ασιανίζει / να ασιανίσει | να έχουμε ασιανίσει / να ασιανίζουμε / να ασιανίσουμε | να ασιανίζετε / να ασιανίσετε | να ασιανίζουν / να ασιανίζουνε / να ασιανίσουν / να ασιανίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε ασιανισμένο / ασιάνιζε / ασιάνισε | — | — | ασιανίζετε / ασιανίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →