Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασιανίζω

/a.si.aˈni.zo/ρήμα
•
  1. ακολουθώ ή μιμούμαι των ασιατικό τρόπο ζωής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασιανίζω < μεσαιωνική ελληνική ἀσιανίζω. Μορφολογικά αναλύεται σε Ασιαν(ός) + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςασιανίζωασιανίζειςασιανίζειασιανίζουμεασιανίζετεασιανίζουν / ασιανίζουνε
Παρατατικόςασιάνιζαασιάνιζεςασιάνιζεασιανίζαμεασιανίζατεασιάνιζαν / ασιανίζαν / ασιανίζανε
Αόριστοςασιάνισαασιάνισεςασιάνισεασιανίσαμεασιανίσατεασιάνισαν / ασιανίσαν / ασιανίσανε
Μέλλονταςθα ασιανίζω / θα ασιανίσωθα ασιανίζεις / θα ασιανίσειςθα ασιανίζει / θα ασιανίσειθα ασιανίζουμε / θα ασιανίσουμεθα ασιανίζετε / θα ασιανίσετεθα ασιανίζουν / θα ασιανίζουνε / θα ασιανίσουν / θα ασιανίσουνε
Παρακείμενοςέχω ασιανίσειέχεις ασιανίσειέχει ασιανίσειέχουμε ασιανίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα ασιανίσειείχες ασιανίσειείχε ασιανίσειείχαμε ασιανίσει——
Υποτακτικήνα έχω ασιανίσει / να ασιανίζω / να ασιανίσωνα έχεις ασιανίσει / να ασιανίζεις / να ασιανίσειςνα έχει ασιανίσει / να ασιανίζει / να ασιανίσεινα έχουμε ασιανίσει / να ασιανίζουμε / να ασιανίσουμενα ασιανίζετε / να ασιανίσετενα ασιανίζουν / να ασιανίζουνε / να ασιανίσουν / να ασιανίσουνε
Προστακτική—έχε ασιανισμένο / ασιάνιζε / ασιάνισε——ασιανίζετε / ασιανίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →