Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασιανός

/a.si.aˈnos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο ασιατικός Βικιλεξικό
  2. αυτός που παρουσιάζει στοιχεία του ασιανισμού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασιανός < ελληνιστική κοινή Ἀσιανός. Συγχρονικά αναλύεται σε Ασί(α) + -ανός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασιανόςασιανήασιανό
Γενικήασιανούασιανήςασιανού
Αιτιατικήασιανόασιανήασιανό
Κλητικήασιανέασιανήασιανό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασιανοίασιανέςασιανά
Γενικήασιανώνασιανώνασιανών
Αιτιατικήασιανούςασιανέςασιανά
Κλητικήασιανοίασιανέςασιανά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →