ασιτία
•
- έλλειψη (λήψης) τροφής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασιτία < αρχαία ελληνική ἀσιτία < ἀ- + σῖτος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασιτία | ασιτίες |
| Γενική | ασιτίας | ασιτιών |
| Αιτιατική | ασιτία | ασιτίες |
| Κλητική | ασιτία | ασιτίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →