Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασκάλιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει σκαλιστεί Βικιλεξικό
    • από τότε που πέθανε ο παππούς μου, έμεινε το χωράφι μας ασκάλιστο

Ετυμολογία

ασκάλιστος < α- στερητ. + σκαλίζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασκάλιστοςασκάλιστηασκάλιστο
Γενικήασκάλιστουασκάλιστηςασκάλιστου
Αιτιατικήασκάλιστοασκάλιστηασκάλιστο
Κλητικήασκάλιστεασκάλιστηασκάλιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασκάλιστοιασκάλιστεςασκάλιστα
Γενικήασκάλιστωνασκάλιστωνασκάλιστων
Αιτιατικήασκάλιστουςασκάλιστεςασκάλιστα
Κλητικήασκάλιστοιασκάλιστεςασκάλιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →