ασκάλιστος
•
- που δεν έχει σκαλιστεί Βικιλεξικό
- από τότε που πέθανε ο παππούς μου, έμεινε το χωράφι μας ασκάλιστο
Ετυμολογία
ασκάλιστος < α- στερητ. + σκαλίζω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασκάλιστος | ασκάλιστη | ασκάλιστο |
| Γενική | ασκάλιστου | ασκάλιστης | ασκάλιστου |
| Αιτιατική | ασκάλιστο | ασκάλιστη | ασκάλιστο |
| Κλητική | ασκάλιστε | ασκάλιστη | ασκάλιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασκάλιστοι | ασκάλιστες | ασκάλιστα |
| Γενική | ασκάλιστων | ασκάλιστων | ασκάλιστων |
| Αιτιατική | ασκάλιστους | ασκάλιστες | ασκάλιστα |
| Κλητική | ασκάλιστοι | ασκάλιστες | ασκάλιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →