Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασκημιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. δυσμορφία, ασκήμια, ασχημία Βικιλεξικό
  2. μτφανάρμοστη συμπεριφορά, απρέπεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασκημιά < άσχημος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήασκημιάασκημιές
Γενικήασκημιάςασκημιών
Αιτιατικήασκημιάασκημιές
Κλητικήασκημιάασκημιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ασκήμια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του άσχημου, το να έχει κάποιος δυσάρεστη όψη Βικιλεξικό
    • ...αλώβητος από την ασκήμια των γερατιών. Τέτοιος θάνατος δε λογάται θάνατος. Ο Μεγαλέξαντρος ζει. Ζει και βασιλεύει. Το βεβαιώνει ως τα σήμερα η Γοργόνα, η αδερφή του, κι αλίμονο στο θαλασσοπόρο που θα τολμήση να το αμφισβητήση. (Φιλολογική Κύπρος, 1973, σελ. 195) (Σημείωση Βικιλεξικού: στα ρήματα «θα τολμήση», «να το αμφισβητήση», χρησιμοποιείται το παλιότερο ήτα (-η) της υποτακτικής.)

Ετυμολογία

ασκήμια < ασχήμια • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →