ασκαλώνιο
•
- βοτανικήβολβός κρεμμυδιού με μικρό μέγεθος και ήπια, αρωματική γεύση, που χρησιμοποιείται ως λαχανικό και καρύκευμα, ιδίως στη γαλλική κουζίνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασκαλώνιο < ελληνιστική κοινή ἀσκαλώνιον < Ἀσκάλων < αρχαία εβραϊκή אשקלון (ʾašqəlôn)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασκαλώνιο | ασκαλώνια |
| Γενική | ασκαλωνίου / ασκαλώνιου | ασκαλωνίων / ασκαλώνιων |
| Αιτιατική | ασκαλώνιο | ασκαλώνια |
| Κλητική | ασκαλώνιο | ασκαλώνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →