ασκαρίδα
•
- ζωολογίαμακρόστενο παρασιτικό σκουλήκι που ζει στο λεπτό έντερο ανθρώπων και ζώων, που μεταδίδεται κυρίως με μολυσμένα τρόφιμα ή νερό και προκαλεί διαταραχές στο πεπτικό σύστημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασκαρίδα < αρχαία ελληνική ἀσκαρίς < ἀσκαρίζω < σκαρίζω < σκαίρω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική ascaride ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική ascaris)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασκαρίδα | ασκαρίδες |
| Γενική | ασκαρίδας | ασκαρίδων |
| Αιτιατική | ασκαρίδα | ασκαρίδες |
| Κλητική | ασκαρίδα | ασκαρίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →