ασκαύλι
•
- δημοτικήο άσκαυλος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασκαύλι < άσκαυλ(ος) + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασκαύλι | ασκαύλια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | ασκαύλι | ασκαύλια |
| Κλητική | ασκαύλι | ασκαύλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →