Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασκεπής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν φοράει καπέλο ή άλλο κάλυμμα της κεφαλής Βικιλεξικό
  2. που δεν έχει σκεπή (π.χ. οίκημα) Βικιλεξικό
  3. που είναι απροστάτευτος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασκεπής < (ελληνιστική κοινή) ἀσκεπής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασκεπήςασκεπήςασκεπές
Γενικήασκεπούςασκεπούςασκεπούς
Αιτιατικήασκεπήασκεπήασκεπές
Κλητικήασκεπή / ασκεπήςασκεπήςασκεπές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασκεπείςασκεπείςασκεπή
Γενικήασκεπώνασκεπώνασκεπών
Αιτιατικήασκεπείςασκεπείςασκεπή
Κλητικήασκεπείςασκεπείςασκεπή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →