ασκημούλης
•
- ο κάπως άσχημος Βικιλεξικό
- σαν μωρό, ήταν λίγο ασκημούλης, αλλά όταν μεγάλωσε, ομόρφυνε
Ετυμολογία
ασκημούλης < άσκημ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασκημούλης | ασκημούλα | ασκημούλικο |
| Γενική | ασκημούλη | ασκημούλας | ασκημούλικου |
| Αιτιατική | ασκημούλη | ασκημούλα | ασκημούλικο |
| Κλητική | ασκημούλη | ασκημούλα | ασκημούλικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασκημούληδες | ασκημούλες | ασκημούλικα |
| Γενική | ασκημούληδων | — | ασκημούλικων |
| Αιτιατική | ασκημούληδες | ασκημούλες | ασκημούλικα |
| Κλητική | ασκημούληδες | ασκημούλες | ασκημούλικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →