ασκητισμός
•
- η επιδίωξη της ψυχικής τελειότητας με καθυπόταξη των φυσικών ορμών και καταπόνηση του σώματος Βικιλεξικό
- μτφζωή στερημένη, χωρίς υλικές χαρές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασκητισμός < ασκητής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασκητισμός | ασκητισμοί |
| Γενική | ασκητισμού | ασκητισμών |
| Αιτιατική | ασκητισμό | ασκητισμούς |
| Κλητική | ασκητισμέ | ασκητισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →