ασκομαντούρα
•
- ιδιωματικόο άσκαυλος, το ασκαύλι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασκομαντούρα < ασκ(ός) + -ο- + μαντούρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασκομαντούρα | ασκομαντούρες |
| Γενική | ασκομαντούρας | ασκομαντούρων |
| Αιτιατική | ασκομαντούρα | ασκομαντούρες |
| Κλητική | ασκομαντούρα | ασκομαντούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →