ασκούμενος
•
- αυτός που ασκείται σε ένα επάγγελμα, καθώς ασκείται Βικιλεξικό
- Ως ασκούμενος δικηγόρος δεν βγάζει ουτε 500 ευρώ το μήνα
Ετυμολογία
ασκούμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα ασκούμαι
Άλλοι τύποι
ασκούμεναασκούμενεασκούμενεςασκούμενηασκούμενηςασκούμενοασκούμενοιασκούμενοςασκούμενουασκούμενουςασκούμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →