ασκούντητος
•
- που δεν τον έχουν σκουντήσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασκούντητος < α- + σκουντώ + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασκούντητος | ασκούντητη | ασκούντητο |
| Γενική | ασκούντητου | ασκούντητης | ασκούντητου |
| Αιτιατική | ασκούντητο | ασκούντητη | ασκούντητο |
| Κλητική | ασκούντητε | ασκούντητη | ασκούντητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασκούντητοι | ασκούντητες | ασκούντητα |
| Γενική | ασκούντητων | ασκούντητων | ασκούντητων |
| Αιτιατική | ασκούντητους | ασκούντητες | ασκούντητα |
| Κλητική | ασκούντητοι | ασκούντητες | ασκούντητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →