ασκούπιστος
•
- χώρος που δεν τον καθάρισαν με σκούπα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασκούπιστος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασκούπιστος | ασκούπιστη | ασκούπιστο |
| Γενική | ασκούπιστου | ασκούπιστης | ασκούπιστου |
| Αιτιατική | ασκούπιστο | ασκούπιστη | ασκούπιστο |
| Κλητική | ασκούπιστε | ασκούπιστη | ασκούπιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασκούπιστοι | ασκούπιστες | ασκούπιστα |
| Γενική | ασκούπιστων | ασκούπιστων | ασκούπιστων |
| Αιτιατική | ασκούπιστους | ασκούπιστες | ασκούπιστα |
| Κλητική | ασκούπιστοι | ασκούπιστες | ασκούπιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →