Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασκούφωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δε φορά σκούφο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάχωρίς προφυλακτικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασκούφωτος < α- + σκούφ(ος) + -ωτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασκούφωτοςασκούφωτηασκούφωτο
Γενικήασκούφωτουασκούφωτηςασκούφωτου
Αιτιατικήασκούφωτοασκούφωτηασκούφωτο
Κλητικήασκούφωτεασκούφωτηασκούφωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασκούφωτοιασκούφωτεςασκούφωτα
Γενικήασκούφωτωνασκούφωτωνασκούφωτων
Αιτιατικήασκούφωτουςασκούφωτεςασκούφωτα
Κλητικήασκούφωτοιασκούφωτεςασκούφωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →