ασκός
•
- είδος δοχείου ή σακιού από δέρμα ζώου για αποθήκευση και μεταφορά υγρών (νερό, κρασί κ.λπ.) Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηό,τι περιέχει ένας ασκός Βικιλεξικό
- ανατομίαθύλακας που μοιάζει με ασκό Βικιλεξικό
- υπώνυμα: δακρυϊκός ασκός, δερματικός ασκός, εντερικός ασκός
Ετυμολογία
ασκός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀσκός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασκός | ασκοί |
| Γενική | ασκού | ασκών |
| Αιτιατική | ασκό | ασκούς |
| Κλητική | ασκέ | ασκοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →