ασλάνι
•
- ιδιωματικόλιοντάρι Βικιλεξικό
- Να σου στορήσω τι έκανε ο καπετάνιος χρόνια πριν στον Όλυμπο; Ασλάνι ήταν, πρώτος μες στους άλλους τους παλικαράδες! Κάτι φουστανελάδες θεόρατοι, εκεί να δεις ζορμπαλίκι!» «Πάψε, αχμάκη!» είπε κοφτά ο καπετάνιος , «κρύβε λόγια, δεν είμαστε μοναχοί μας!» «Άσε με, καπετάνιο, τι θαρρείς, μυστικό είναι; Κοίτα γύρω σου, ζεβζέκηδες είναι οι πιο πολλοί, δε νιώθουν, άσε να πω» (Ισίδωρος Ζουργός, Η αηδονόπιτα, εκδ. Πατάκης, 2008)
Ετυμολογία
ασλάνι < οθωμανική τουρκική ارسلان (arslan), τουρκική γλώσσα aslan
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασλάνι | ασλάνια |
| Γενική | ασλανιού | ασλανιών |
| Αιτιατική | ασλάνι | ασλάνια |
| Κλητική | ασλάνι | ασλάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →