ασμένως
•
- λόγιοευχαρίστως, με πολλή χαρά, μετά χαράς Βικιλεξικό
- Οι ηγεσίες των υπουργείων Τουρισμού και Υγείας έσπευσαν ασμένως να εξαγγείλουν ότι θα υπάρξει νομοθετική ρύθμιση και θεσμοθέτηση του Ιατρικού Τουρισμού μέχρι το τέλος του χρόνου.
- […] ο Εφέσιος σοφιστής Καλλίστρατος […] από τον οίκον τον βασιλικόν ασμένως κ’ επανειλημμένως φιλοξενηθείς— το έγραψε, […] και το έστειλε εις την γραίαν δέσποιναν.
Ετυμολογία
ασμένως < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀσμένως < ἄσμενος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →