Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασμένως

επίρρημα
•
  1. λόγιοευχαρίστως, με πολλή χαρά, μετά χαράς Βικιλεξικό
    • Οι ηγεσίες των υπουργείων Τουρισμού και Υγείας έσπευσαν ασμένως να εξαγγείλουν ότι θα υπάρξει νομοθετική ρύθμιση και θεσμοθέτηση του Ιατρικού Τουρισμού μέχρι το τέλος του χρόνου.
    • […] ο Εφέσιος σοφιστής Καλλίστρατος […] από τον οίκον τον βασιλικόν ασμένως κ’ επανειλημμένως φιλοξενηθείς— το έγραψε, […] και το έστειλε εις την γραίαν δέσποιναν.

Ετυμολογία

ασμένως < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀσμένως < ἄσμενος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →