Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασουλούπωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για άνθρωποπου δεν έχει καλοσχηματισμένο σώμα με αρμονικές αναλογίες Βικιλεξικό
  2. για άνθρωποχωρίς προσεγμένη εμφάνιση, κακοντυμένος Βικιλεξικό
  3. για ρούχοκακοραμμένος, άκομψος, αταίριαστος με τις σωματικές αναλογίες αυτού που τον φοράει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασουλούπωτος < α- + σουλουπώ(νω) + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασουλούπωτοςασουλούπωτηασουλούπωτο
Γενικήασουλούπωτουασουλούπωτηςασουλούπωτου
Αιτιατικήασουλούπωτοασουλούπωτηασουλούπωτο
Κλητικήασουλούπωτεασουλούπωτηασουλούπωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασουλούπωτοιασουλούπωτεςασουλούπωτα
Γενικήασουλούπωτωνασουλούπωτωνασουλούπωτων
Αιτιατικήασουλούπωτουςασουλούπωτεςασουλούπωτα
Κλητικήασουλούπωτοιασουλούπωτεςασουλούπωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →