ασουλούπωτος
•
- για άνθρωποπου δεν έχει καλοσχηματισμένο σώμα με αρμονικές αναλογίες Βικιλεξικό
- για άνθρωποχωρίς προσεγμένη εμφάνιση, κακοντυμένος Βικιλεξικό
- για ρούχοκακοραμμένος, άκομψος, αταίριαστος με τις σωματικές αναλογίες αυτού που τον φοράει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασουλούπωτος < α- + σουλουπώ(νω) + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασουλούπωτος | ασουλούπωτη | ασουλούπωτο |
| Γενική | ασουλούπωτου | ασουλούπωτης | ασουλούπωτου |
| Αιτιατική | ασουλούπωτο | ασουλούπωτη | ασουλούπωτο |
| Κλητική | ασουλούπωτε | ασουλούπωτη | ασουλούπωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασουλούπωτοι | ασουλούπωτες | ασουλούπωτα |
| Γενική | ασουλούπωτων | ασουλούπωτων | ασουλούπωτων |
| Αιτιατική | ασουλούπωτους | ασουλούπωτες | ασουλούπωτα |
| Κλητική | ασουλούπωτοι | ασουλούπωτες | ασουλούπωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →