Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασούβλιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν τον έχουν σουβλίσει Βικιλεξικό
    • μ'αυτά που έγιναν πασχαλιάτικα, μας έμεινε και το αρνί ασούβλιστο

Ετυμολογία

ασούβλιστος < α- στερητικό + σουβλίζω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασούβλιστοςασούβλιστηασούβλιστο
Γενικήασούβλιστουασούβλιστηςασούβλιστου
Αιτιατικήασούβλιστοασούβλιστηασούβλιστο
Κλητικήασούβλιστεασούβλιστηασούβλιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασούβλιστοιασούβλιστεςασούβλιστα
Γενικήασούβλιστωνασούβλιστωνασούβλιστων
Αιτιατικήασούβλιστουςασούβλιστεςασούβλιστα
Κλητικήασούβλιστοιασούβλιστεςασούβλιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →