ασούβλιστος
•
- που δεν τον έχουν σουβλίσει Βικιλεξικό
- μ'αυτά που έγιναν πασχαλιάτικα, μας έμεινε και το αρνί ασούβλιστο
Ετυμολογία
ασούβλιστος < α- στερητικό + σουβλίζω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασούβλιστος | ασούβλιστη | ασούβλιστο |
| Γενική | ασούβλιστου | ασούβλιστης | ασούβλιστου |
| Αιτιατική | ασούβλιστο | ασούβλιστη | ασούβλιστο |
| Κλητική | ασούβλιστε | ασούβλιστη | ασούβλιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασούβλιστοι | ασούβλιστες | ασούβλιστα |
| Γενική | ασούβλιστων | ασούβλιστων | ασούβλιστων |
| Αιτιατική | ασούβλιστους | ασούβλιστες | ασούβλιστα |
| Κλητική | ασούβλιστοι | ασούβλιστες | ασούβλιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →