ασπάζομαι
•
- φιλάω, αγκαλιάζω Βικιλεξικό
- δέχομαι, αποδέχομαι, παραδέχομαι, υιοθετώ, εγκολπώνομαι Βικιλεξικό
- ενστερνίζομαι μια ιδεολογία ή γίνομαι πιστός μιας θρησκείας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασπάζομαι < αρχαία ελληνική ἀσπάζομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ασπάζομαι | ασπάζεσαι | ασπάζεται | ασπαζόμαστε | ασπάζεστε | ασπάζονται |
| Παρατατικός | ασπαζόμουν / ασπαζόμουνα | ασπαζόσουν / ασπαζόσουνα | ασπαζόταν / ασπαζότανε | ασπαζόμασταν / ασπαζόμαστε | ασπαζόσασταν / ασπαζόσαστε | ασπάζονταν / ασπαζόντουσαν |
| Αόριστος | ασπάστηκα | ασπάστηκες | ασπάστηκε | ασπαστήκαμε | ασπαστήκατε | ασπάστηκαν / ασπαστήκαν / ασπαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα ασπάζομαι / θα ασπαστώ | θα ασπάζεσαι / θα ασπαστείς | θα ασπάζεται / θα ασπαστεί | θα ασπαζόμαστε / θα ασπαστούμε | θα ασπάζεστε / θα ασπαστείτε | θα ασπάζονται / θα ασπαστούν / θα ασπαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω ασπαστεί | έχεις ασπαστεί | έχει ασπαστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ασπαστεί | είχες ασπαστεί | είχε ασπαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ασπαστεί / να ασπάζομαι / να ασπαστώ | να έχεις ασπαστεί / να ασπάζεσαι / να ασπαστείς | να έχει ασπαστεί / να ασπάζεται / να ασπαστεί | να ασπαζόμαστε / να ασπαστούμε | να ασπάζεστε / να ασπαστείτε | να ασπάζονται / να ασπαστούν / να ασπαστούνε |
| Προστακτική | — | ασπάζου / ασπάσου | — | — | ασπάζεστε / ασπαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →