ασπάλακας
•
- θηλαστικό ζώοο τυφλοπόντικας Βικιλεξικό
- μεταφορικάάνθρωπος πνευματικά τυφλός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασπάλακας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀσπάλαξ από την αιτιατική «τόν ἀσπάλακα»
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασπάλακας | ασπάλακες |
| Γενική | ασπάλακα | ασπαλάκων |
| Αιτιατική | ασπάλακα | ασπάλακες |
| Κλητική | ασπάλακα | ασπάλακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →