Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασπιδοφόρος

/a.spi.ðoˈfo.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. στρατιωτικός όροςαυτός που φέρει ασπίδα Βικιλεξικό
    • Οι οπλίτες ήταν ασπιδοφόροι πολεμιστές που κουβαλούσαν επίσης δόρατα για την αντιμετώπιση των εχθρών.

Ετυμολογία

ασπιδοφόρος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἀσπιδοφόρος < ελληνιστική κοινή ἀσπιδοφόρος (αρχαία ελληνική ἀσπιδηφόρος). Συγχρονικά αναλύεται σε ασπίδ(α) + -ο- + -φόρος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασπιδοφόροςασπιδοφόραασπιδοφόρο
Γενικήασπιδοφόρουασπιδοφόραςασπιδοφόρου
Αιτιατικήασπιδοφόροασπιδοφόραασπιδοφόρο
Κλητικήασπιδοφόρεασπιδοφόραασπιδοφόρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασπιδοφόροιασπιδοφόρεςασπιδοφόρα
Γενικήασπιδοφόρωνασπιδοφόρωνασπιδοφόρων
Αιτιατικήασπιδοφόρουςασπιδοφόρεςασπιδοφόρα
Κλητικήασπιδοφόροιασπιδοφόρεςασπιδοφόρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →