ασπιρίνη
•
- φαρμακευτικήφαρμακευτικό σκεύασμα που έχει ως δραστική ουσία το ακετυλοσαλικυλικό οξύ, με αναλγητική, αντιπυρετική κι αντιφλεγμονώδη δράση Βικιλεξικό
- το ένα δισκίο ασπιρίνης Βικιλεξικό
- Πήρα μία ασπιρίνη για τον πονοκέφαλο.
- μεταφορικάελαφρά θεραπεία ή ήπιο, πρόχειρο μέτρο αντιμετώπισης ενός προβλήματος που δε λύνει το πρόβλημα. Βικιλεξικό
- Προσπαθεί να λύσει το οικονομικό του πρόβλημα με ασπιρίνες: μικρά δάνεια και αναβολές πληρωμών.
Ετυμολογία
ασπιρίνη < (λόγιο δάνειο) γαλλική aspir(ine) + -ίνη < γερμανική Aspirin, επωνυμία του φαρμάκου
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασπιρίνη | ασπιρίνες |
| Γενική | ασπιρίνης | ασπιρίνων / ασπιρινών |
| Αιτιατική | ασπιρίνη | ασπιρίνες |
| Κλητική | ασπιρίνη | ασπιρίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →