ασπρίζω
•
- μεταβατικόκάνω κάτι να γίνει άσπρο, λευκό Βικιλεξικό
- αμετάβατοαποκτώ άσπρο χρώμα Βικιλεξικό
- αμετάβατοτα μαλλιά μου γίνονται άσπρα Βικιλεξικό
- Η μεγαλόσωμη αρχόντισσα είχε ασπρίσει σε λίγα εικοσιτετράωρα, όταν έμαθε για ποιο λόγο δεν είχε γυρίσει απ’ την εκδρομή του ο μοναχογιός της. (Τάσος Αθανασιάδης (2004) Η αίθουσα του θρόνου [μυθιστόρημα])
- μεταβατικόασβεστώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασπρίζω < άσπρος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ασπρίζω | ασπρίζεις | ασπρίζει | ασπρίζουμε | ασπρίζετε | ασπρίζουν / ασπρίζουνε |
| Παρατατικός | άσπριζα | άσπριζες | άσπριζε | ασπρίζαμε | ασπρίζατε | άσπριζαν / ασπρίζαν / ασπρίζανε |
| Αόριστος | άσπρισα | άσπρισες | άσπρισε | ασπρίσαμε | ασπρίσατε | άσπρισαν / ασπρίσαν / ασπρίσανε |
| Μέλλοντας | θα ασπρίζω / θα ασπρίσω | θα ασπρίζεις / θα ασπρίσεις | θα ασπρίζει / θα ασπρίσει | θα ασπρίζουμε / θα ασπρίσουμε | θα ασπρίζετε / θα ασπρίσετε | θα ασπρίζουν / θα ασπρίζουνε / θα ασπρίσουν / θα ασπρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ασπρίσει | έχεις ασπρίσει | έχει ασπρίσει | έχουμε ασπρίσει | έχετε ασπρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ασπρίσει | είχες ασπρίσει | είχε ασπρίσει | είχαμε ασπρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ασπρίσει / να ασπρίζω / να ασπρίσω | να έχεις ασπρίσει / να ασπρίζεις / να ασπρίσεις | να έχει ασπρίσει / να ασπρίζει / να ασπρίσει | να έχουμε ασπρίσει / να ασπρίζουμε / να ασπρίσουμε | να έχετε ασπρίσει / να ασπρίζετε / να ασπρίσετε | να ασπρίζουν / να ασπρίζουνε / να ασπρίσουν / να ασπρίσουνε |
| Προστακτική | — | άσπριζε / άσπρισε | — | — | ασπρίζετε / ασπρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →