Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασπρίζω

ρήμα
•
  1. μεταβατικόκάνω κάτι να γίνει άσπρο, λευκό Βικιλεξικό
  2. αμετάβατοαποκτώ άσπρο χρώμα Βικιλεξικό
  3. αμετάβατοτα μαλλιά μου γίνονται άσπρα Βικιλεξικό
    • Η μεγαλόσωμη αρχόντισσα είχε ασπρίσει σε λίγα εικοσιτετράωρα, όταν έμαθε για ποιο λόγο δεν είχε γυρίσει απ’ την εκδρομή του ο μοναχογιός της. (Τάσος Αθανασιάδης (2004) Η αίθουσα του θρόνου [μυθιστόρημα])
  4. μεταβατικόασβεστώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασπρίζω < άσπρος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςασπρίζωασπρίζειςασπρίζειασπρίζουμεασπρίζετεασπρίζουν / ασπρίζουνε
Παρατατικόςάσπριζαάσπριζεςάσπριζεασπρίζαμεασπρίζατεάσπριζαν / ασπρίζαν / ασπρίζανε
Αόριστοςάσπρισαάσπρισεςάσπρισεασπρίσαμεασπρίσατεάσπρισαν / ασπρίσαν / ασπρίσανε
Μέλλονταςθα ασπρίζω / θα ασπρίσωθα ασπρίζεις / θα ασπρίσειςθα ασπρίζει / θα ασπρίσειθα ασπρίζουμε / θα ασπρίσουμεθα ασπρίζετε / θα ασπρίσετεθα ασπρίζουν / θα ασπρίζουνε / θα ασπρίσουν / θα ασπρίσουνε
Παρακείμενοςέχω ασπρίσειέχεις ασπρίσειέχει ασπρίσειέχουμε ασπρίσειέχετε ασπρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ασπρίσειείχες ασπρίσειείχε ασπρίσειείχαμε ασπρίσει——
Υποτακτικήνα έχω ασπρίσει / να ασπρίζω / να ασπρίσωνα έχεις ασπρίσει / να ασπρίζεις / να ασπρίσειςνα έχει ασπρίσει / να ασπρίζει / να ασπρίσεινα έχουμε ασπρίσει / να ασπρίζουμε / να ασπρίσουμενα έχετε ασπρίσει / να ασπρίζετε / να ασπρίσετενα ασπρίζουν / να ασπρίζουνε / να ασπρίσουν / να ασπρίσουνε
Προστακτική—άσπριζε / άσπρισε——ασπρίζετε / ασπρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →