ασπριδερός
•
- υπόλευκος Βικιλεξικό
- Ίσως κάποια τραυματική εμπειρία όπως αυτή που παρουσίαζε το παλιό διαφημιστικό κόμικς αμερικανικής εταιρείας μηχανημάτων εκγύμνασης: ένας κοκαλιάρης (και ασπριδερός) νεαρός εμφανίζεται στην παραλία με τη φίλη του και λιάζεται ανέμελος, όταν ένας γεροδεμένος (και ηλιοκαμένος) τύπος τού πετάει άμμο στα μούτρα. Γίνεται ο απαραίτητος τσαμπουκάς, ο φίλος μας δέχεται μπουνιά και αποχωρεί ατιμασμένος από το πεδίο της τιμής, την παραλία. Πέφτει όμως με τα μούτρα στη γυμναστική και επιστρέφει σαν Σβαρτσενέγκερ και πλακώνει τον τύπο, ο οποίος είχε προλάβει να διπλαρώσει την (πρώην;) φίλη του. Όλα επιστρέφουν στη νόρμα. Ο νόμος της ζούγκλας εφαρμόζεται σε όλες τις πλαζ. (www.tovima.gr, 24.11.2008)
Ετυμολογία
ασπριδερός < άσπρος + -ιδερός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασπριδερός | ασπριδερή | ασπριδερό |
| Γενική | ασπριδερού | ασπριδερής | ασπριδερού |
| Αιτιατική | ασπριδερό | ασπριδερή | ασπριδερό |
| Κλητική | ασπριδερέ | ασπριδερή | ασπριδερό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασπριδεροί | ασπριδερές | ασπριδερά |
| Γενική | ασπριδερών | ασπριδερών | ασπριδερών |
| Αιτιατική | ασπριδερούς | ασπριδερές | ασπριδερά |
| Κλητική | ασπριδεροί | ασπριδερές | ασπριδερά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →