ασπροντυμένος
•
- ο ντυμένος στα λευκά Βικιλεξικό
- στην Ιαπωνία, στις κηδείες είναι όλοι ασπροντυμένοι, αφού το λευκό είναι το χρώμα τού θρήνου εκεί
- άλλες μορφές: ασπροεντυμένος
Ετυμολογία
ασπροντυμένος < ασπρο- + ντυμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ντύνω
Άλλοι τύποι
ασπροντυμέναασπροντυμένεασπροντυμένεςασπροντυμένηασπροντυμένηςασπροντυμένοασπροντυμένοιασπροντυμένοςασπροντυμένουασπροντυμένουςασπροντυμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →