Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασπρουλιάρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ωχρός, ξεθωριασμένος, ασπρουλιάρης Βικιλεξικό
    • αυτό το μπλουζάκι έχει γίνει πια ασπρουλιάρικο, τόσο καιρό που το φοράω

Ετυμολογία

ασπρουλιάρικος < άσπρος < λατιν. asper (=τραχύς)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασπρουλιάρικοςασπρουλιάρικηασπρουλιάρικο
Γενικήασπρουλιάρικουασπρουλιάρικηςασπρουλιάρικου
Αιτιατικήασπρουλιάρικοασπρουλιάρικηασπρουλιάρικο
Κλητικήασπρουλιάρικεασπρουλιάρικηασπρουλιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασπρουλιάρικοιασπρουλιάρικεςασπρουλιάρικα
Γενικήασπρουλιάρικωνασπρουλιάρικωνασπρουλιάρικων
Αιτιατικήασπρουλιάρικουςασπρουλιάρικεςασπρουλιάρικα
Κλητικήασπρουλιάρικοιασπρουλιάρικεςασπρουλιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →