αστάθμιστος
•
- αζύγιστος, που δεν έχει σταθμιστεί ή δε σταθμίζεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αστάθμιστος < α- στερητ. + σταθμίζω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αστάθμιστος | αστάθμιστη | αστάθμιστο |
| Γενική | αστάθμιστου | αστάθμιστης | αστάθμιστου |
| Αιτιατική | αστάθμιστο | αστάθμιστη | αστάθμιστο |
| Κλητική | αστάθμιστε | αστάθμιστη | αστάθμιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αστάθμιστοι | αστάθμιστες | αστάθμιστα |
| Γενική | αστάθμιστων | αστάθμιστων | αστάθμιστων |
| Αιτιατική | αστάθμιστους | αστάθμιστες | αστάθμιστα |
| Κλητική | αστάθμιστοι | αστάθμιστες | αστάθμιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →