Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αστάρωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αφοδράριστος Βικιλεξικό
  2. αχρωμάτιστος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αστάρωτος < ασταρώνω (με στερητ. σημασία τού α)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαστάρωτοςαστάρωτηαστάρωτο
Γενικήαστάρωτουαστάρωτηςαστάρωτου
Αιτιατικήαστάρωτοαστάρωτηαστάρωτο
Κλητικήαστάρωτεαστάρωτηαστάρωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαστάρωτοιαστάρωτεςαστάρωτα
Γενικήαστάρωτωναστάρωτωναστάρωτων
Αιτιατικήαστάρωτουςαστάρωτεςαστάρωτα
Κλητικήαστάρωτοιαστάρωτεςαστάρωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →