αστάχυ
•
- λαϊκότροποτο στάχυ, το πάνω μέρος του βλαστού δημητριακών Βικιλεξικό
- Ο άλλος άσπρος και λιγνός, σα μαρμαροκολόνα. Κι εκείνη η νια, η αρχοντονιά, ψηλόστητη κι απλή, ίσια σα μεστωμένο και χρυσό, καλοδεμένο αστάχυ. (Άγγελος Κότσαρης, Επιστροφή στο αρχοντικό του Κρόνου, εκδ. Ιωλκός, 2000, σελ. 46)
Ετυμολογία
αστάχυ < ενδιάμεσος μεσαιωνικός τύπος ἀστάχυον, υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική ἄσταχυς < ἄ- (α- προτακτικό) + στάχυ (στάχυ)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →