αστέρι
•
- αστρονομίαφωτεινό ουράνιο σώμα. Βικιλεξικό
- αυτό το ουράνιο σώμα, όπως είναι ορατό από τη γη
- τα ουράνια σώματα ως κάτι που προαναγγέλλει το μέλλον
- ομοίωμα φωτεινής πηγής στον ουρανό (ζωγραφισμένο, χάρτινο ή από άλλο υλικό) Βικιλεξικό
- ένα πεντάκτινο αστέρι
- στρατιωτικός όροςδιακριτικό βαθμού για αξιωματικούς του στρατού Βικιλεξικό
- ο λοχαγός φέρει στην επωμίδα του τρία ασημένια αστέρια
- σύμβολο που χρησιμοποιείται για την βαθμολόγηση των ξενοδοχείων αλλά και εστιατορίων, θεαμάτων κλπ Βικιλεξικό
- άνθρωπος με μεγάλη λάμψη και επιτυχία, ιδίως στον καλλιτεχνικό χώρο Βικιλεξικό
- άνθρωπος πανέξυπνος Βικιλεξικό
- αυτό το παιδί είναι αστέρι στα μαθηματικά
Ετυμολογία
αστέρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀστέρι < ελληνιστική κοινή *ἀστέριον < υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική λέξη ἀστήρ. Δείτε και αστέρας, άστρο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αστέρι | αστέρια |
| Γενική | αστεριού | αστεριών |
| Αιτιατική | αστέρι | αστέρια |
| Κλητική | αστέρι | αστέρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →