αστίλβωτος
•
- ο μη στιλβωμένος, αγυάλιστος Βικιλεξικό
- αστίλβωτα κεραμικά
Ετυμολογία
αστίλβωτος < α- στερητ. + στιλβώνω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αστίλβωτος | αστίλβωτη | αστίλβωτο |
| Γενική | αστίλβωτου | αστίλβωτης | αστίλβωτου |
| Αιτιατική | αστίλβωτο | αστίλβωτη | αστίλβωτο |
| Κλητική | αστίλβωτε | αστίλβωτη | αστίλβωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αστίλβωτοι | αστίλβωτες | αστίλβωτα |
| Γενική | αστίλβωτων | αστίλβωτων | αστίλβωτων |
| Αιτιατική | αστίλβωτους | αστίλβωτες | αστίλβωτα |
| Κλητική | αστίλβωτοι | αστίλβωτες | αστίλβωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →