αστακοουρά
•
- η ουρά ενός αστακού Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο τμήμα ενός αστακού το οποίο τρώγεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αστακοουρά < αστακός + -ο- + ουρά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αστακοουρά | αστακοουρές |
| Γενική | αστακοουράς | αστακοουρών |
| Αιτιατική | αστακοουρά | αστακοουρές |
| Κλητική | αστακοουρά | αστακοουρές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →