ασταρώνω
•
- φοδράρω Βικιλεξικό
- απλώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασταρώνω < αστάρι < τουρ. astar
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ασταρώνω | ασταρώνεις | ασταρώνει | ασταρώνουμε | ασταρώνετε | ασταρώνουν / ασταρώνουνε |
| Παρατατικός | αστάρωνα | αστάρωνες | αστάρωνε | ασταρώναμε | ασταρώνατε | αστάρωναν / ασταρώναν / ασταρώνανε |
| Αόριστος | αστάρωσα | αστάρωσες | αστάρωσε | ασταρώσαμε | ασταρώσατε | αστάρωσαν / ασταρώσαν / ασταρώσανε |
| Μέλλοντας | θα ασταρώνω / θα ασταρώσω | θα ασταρώνεις / θα ασταρώσεις | θα ασταρώνει / θα ασταρώσει | θα ασταρώνουμε / θα ασταρώσουμε | θα ασταρώνετε / θα ασταρώσετε | θα ασταρώνουν / θα ασταρώνουνε / θα ασταρώσουν / θα ασταρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ασταρώσει | έχεις ασταρώσει | έχει ασταρώσει | έχουμε ασταρώσει | έχετε ασταρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ασταρώσει | είχες ασταρώσει | είχε ασταρώσει | είχαμε ασταρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ασταρώσει / να ασταρώνω / να ασταρώσω | να έχεις ασταρώσει / να ασταρώνεις / να ασταρώσεις | να έχει ασταρώσει / να ασταρώνει / να ασταρώσει | να έχουμε ασταρώσει / να ασταρώνουμε / να ασταρώσουμε | να έχετε ασταρώσει / να ασταρώνετε / να ασταρώσετε | να ασταρώνουν / να ασταρώνουνε / να ασταρώσουν / να ασταρώσουνε |
| Προστακτική | — | αστάρωνε / αστάρωσε | — | — | ασταρώνετε / ασταρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →