Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασταύρωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δε σταυρώθηκε. δε βρήκε μαρτυρικό θάνατο στο σταυρό Βικιλεξικό
  2. που δε διασταυρώθηκε, δε σχημάτισε σταυρό με κάτι άλλο Βικιλεξικό
  3. μτφανενόχλητος, που δεν υπέστη φορτικές ενοχλήσεις Βικιλεξικό
    • κανέναν δεν άφησε ασταύρωτο

Ετυμολογία

ασταύρωτος < α- στερητικό + σταυρώνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασταύρωτοςασταύρωτηασταύρωτο
Γενικήασταύρωτουασταύρωτηςασταύρωτου
Αιτιατικήασταύρωτοασταύρωτηασταύρωτο
Κλητικήασταύρωτεασταύρωτηασταύρωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασταύρωτοιασταύρωτεςασταύρωτα
Γενικήασταύρωτωνασταύρωτωνασταύρωτων
Αιτιατικήασταύρωτουςασταύρωτεςασταύρωτα
Κλητικήασταύρωτοιασταύρωτεςασταύρωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →