αστείο
•
- ο λόγος που λέγεται με σκοπό τον αστεϊσμό, με εύθυμη διάθεση, για να προκαλέσει το γέλιο ή το χαμόγελο, όχι ως κάτι το σοβαρό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αστείο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀστεῖον < αρχαία ελληνική ἀστεῖον (ευφυολογία, εκλεπτυσμένο), τὰ ἀστεῖα (ευφυολογήματα) ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ἀστεῖος και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική plaisanterie
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αστείο | αστεία |
| Γενική | αστείου | αστείων |
| Αιτιατική | αστείο | αστεία |
| Κλητική | αστείο | αστεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →