Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αστεγής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου δεν έχει στέγη Βικιλεξικό
    • Το δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό μίας αγροικίας, η αυλή, στην περίπτωση που έχουμε να κάνουμε με αγροικία του Α ή του Β τύπου, είναι βασικό συστατικό στοιχείο της αρχιτεκτονικής της αγροικίας. Είναι εσωτερική, περιβαλλόμενη από δωμάτια που σχηματίζουν κλειστά σύνολα. Το δάπεδό της συνήθως διαμορφώνεται από πατημένο χώμα και μπορεί να είναι εντελώς αστεγής ή εν μέρει στεγασμένη. (Σταύρος Δημακόπουλος, Αγροικίες κλασικής και ελληνιστικής εποχής στην Αττική (διδακτoρική διατριβή), σελ. 230)

Ετυμολογία

αστεγής < μεσαιωνική ελληνική ἀστεγής < αρχαία ελληνική στέγη

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαστεγήςαστεγήςαστεγές
Γενικήαστεγούςαστεγούςαστεγούς
Αιτιατικήαστεγήαστεγήαστεγές
Κλητικήαστεγή / αστεγήςαστεγήςαστεγές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαστεγείςαστεγείςαστεγή
Γενικήαστεγώναστεγώναστεγών
Αιτιατικήαστεγείςαστεγείςαστεγή
Κλητικήαστεγείςαστεγείςαστεγή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →