αστειεύομαι
•
- λέω κάτι που απέχει λίγο από την πραγματικότητα, για αστείο, για πλάκα Βικιλεξικό
- Ο Νικήτας προσπάθησε ν' αστειευτεί, μα δεν ήταν στα κέφια του και το παραδέχτηκε. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
- δεν παίρνω κάτι στα σοβαρά, το αντιμετωπίζω με ελαφρότητα, χιουμοριστικά Βικιλεξικό
- λέω αστεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αστειεύομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀστειεύομαι & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική plaisanter
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αστειεύομαι | αστειεύεσαι | αστειεύεται | αστειευόμαστε | αστειεύεστε | αστειεύονται |
| Παρατατικός | αστειευόμουν / αστειευόμουνα | αστειευόσουν / αστειευόσουνα | αστειευόταν / αστειευότανε | αστειευόμασταν / αστειευόμαστε | αστειευόσασταν / αστειευόσαστε | αστειευόντουσαν / αστειεύονταν |
| Αόριστος | αστειεύτηκα | αστειεύτηκες | αστειεύτηκε | αστειευτήκαμε | αστειευτήκατε | αστειευτήκαν / αστειευτήκανε / αστειεύτηκαν |
| Μέλλοντας | θα αστειευτώ / θα αστειεύομαι | θα αστειευτείς / θα αστειεύεσαι | θα αστειευτεί / θα αστειεύεται | θα αστειευτούμε / θα αστειευόμαστε | θα αστειευτείτε / θα αστειεύεστε | θα αστειευτούν / θα αστειευτούνε / θα αστειεύονται |
| Παρακείμενος | έχω αστειευτεί | έχεις αστειευτεί | έχει αστειευτεί | έχουμε αστειευτεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αστειευτεί | είχες αστειευτεί | είχε αστειευτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αστειευτεί / να αστειευτώ / να αστειεύομαι | να έχεις αστειευτεί / να αστειευτείς / να αστειεύεσαι | να έχει αστειευτεί / να αστειευτεί / να αστειεύεται | να έχουμε αστειευτεί / να αστειευτούμε / να αστειευόμαστε | να αστειευτείτε / να αστειεύεστε | να αστειευτούν / να αστειευτούνε / να αστειεύονται |
| Προστακτική | — | αστειεύσου | — | — | αστειευτείτε / αστειεύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →