Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αστειότητα

/a.stiˈo.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοαστεία λέξη ή πράξη Βικιλεξικό
  2. στον πληθυντικόφαιδρότητα, κάτι ανόητο που δεν ευσταθεί, πιο ευγενική λέξη για να χαρακτηρισθεί η γελοιότητα, η ανοησία (ειρωνικά, για κάτι που είναι μάλλον για γέλια παρά για να αναπτύξουμε και επιχειρηματολογία από πάνω) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αστειότητα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀστειότης και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική plaisanterie

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαστειότητααστειότητες
Γενικήαστειότηταςαστειοτήτων
Αιτιατικήαστειότητααστειότητες
Κλητικήαστειότητααστειότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →