Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αστερίσκος

/a.steˈɾi.skos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μικρό αστέρι Βικιλεξικό
    • Για κάθε νέα απονομή, φέρεται στην ταινία του διασήμου ή στη διεμβολή ένας επάργυρος αστερίσκος, μέχρι του αριθμού των τριών(3) (Κυπριακή Δημοκρατία, Ο περί στρατού της Δημοκρατίας νόμος, Κανονισμοί δυνάμει του άρθρου 27, Περί Διαμνημονεύσεων του Στρατού της Δημοκρατίας (Τροποποιητικοί) Κανονισμοί του 2008 http://www.cylaw.org/KDP/data/2008_1_224.pdf)
  2. τυπογραφίατυπογραφικό σημάδι σε μορφή μικρού αστεριού (*)· τίθεται σε κείμενο για να υποδείξει την ύπαρξη μιας σχετικής υποσημειώσεως Βικιλεξικό
  3. συνεκδοχικάη επιφύλαξη που διατυπώνεται σε ένα κείμενο από έναν από τους υπογράφοντες Βικιλεξικό
    • Κυβερνητικές πηγές έλεγαν χθες ότι η Ελλάδα μείωσε το έλλειμμα περισσότερο από ό,τι δεσμευόταν, ότι έδειξε μεγάλη συνέπεια στις δεσμεύσεις που ανέλαβε και ότι για πρώτη φορά έχει αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία χωρίς αστερίσκους από τη Εurostat. (από την εφημερίδα Το Βήμα, 17 Νοεμβρίου 2010)
  4. γλωσσολογία→ δείτε το σύμβολο * αμάρτυρου ή (επ)ανασυντεθειμένου ή αντιγραμματικού τύπου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αστερίσκος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀστερίσκος < ἀστήρ, ἀστερ- + υποκοριστικό επίθημα -ίσκος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαστερίσκοςαστερίσκοι
Γενικήαστερίσκουαστερίσκων
Αιτιατικήαστερίσκοαστερίσκους
Κλητικήαστερίσκεαστερίσκοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →