Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αστιατρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με τη δημόσια υγεία στις πόλεις Βικιλεξικό
    • αστιατρική υπηρεσία

Ετυμολογία

αστιατρικός < αστίατρος < άστυ + ιατρός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαστιατρικόςαστιατρικήαστιατρικό
Γενικήαστιατρικούαστιατρικήςαστιατρικού
Αιτιατικήαστιατρικόαστιατρικήαστιατρικό
Κλητικήαστιατρικέαστιατρικήαστιατρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαστιατρικοίαστιατρικέςαστιατρικά
Γενικήαστιατρικώναστιατρικώναστιατρικών
Αιτιατικήαστιατρικούςαστιατρικέςαστιατρικά
Κλητικήαστιατρικοίαστιατρικέςαστιατρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →