αστιγματικός
•
- που έχει σχέση με τον αστιγματισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- για πρόσωπαπου πάσχει από αστιγματισμό Βικιλεξικό
- η αδερφή μου είναι αστιγματική και χρειάζεται να φοράει γυαλιά, για να βλέπει καλά
Ετυμολογία
αστιγματικός < αστιγματισμός + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αστιγματικός | αστιγματική | αστιγματικό |
| Γενική | αστιγματικού | αστιγματικής | αστιγματικού |
| Αιτιατική | αστιγματικό | αστιγματική | αστιγματικό |
| Κλητική | αστιγματικέ | αστιγματική | αστιγματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αστιγματικοί | αστιγματικές | αστιγματικά |
| Γενική | αστιγματικών | αστιγματικών | αστιγματικών |
| Αιτιατική | αστιγματικούς | αστιγματικές | αστιγματικά |
| Κλητική | αστιγματικοί | αστιγματικές | αστιγματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →