αστική τάξη
•
- κοινωνιολογικάΤο σύνολο των αστών, των πλουτοκρατών. Βικιλεξικό
- οικονομίαη κοινωνική τάξη που στο καπιταλιστικό σύστημα κατέχει τα μέσα παραγωγής. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αστική τάξη < βλέπε λέξεις: αστικός και τάξη
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →