αστικολόγος
•
- νομικός όροςνομικός που ασχολείται επιστημονικά ή επαγγελματικά με το αστικό δίκαιο και την ερμηνεία ή εφαρμογή του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αστικολόγος < αστικό δίκαιο + -ο- + -λόγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αστικολόγος | αστικολόγοι |
| Γενική | αστικολόγου | αστικολόγων |
| Αιτιατική | αστικολόγο | αστικολόγους |
| Κλητική | αστικολόγε | αστικολόγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →